«Είμαστε χριστιανοί κι εμείς. Είμαστε Έλληνες, μεγάλη γενιά, δεν πρέπει να χαθούμε! Δε θα χαθούμε! Χιλιάδες χρόνια ζούμε, χιλιάδες ακόμα θα ζήσουμε», είχε πει ο παπα-Φώτης (που οδηγούσε τους ξεριζωμένους από τους Τούρκους συγχωριανούς τους σε έναν νέο τόπο), απευθυνόμενος στον παπά-Γρηγόρη, τον αντιπρόσωπο του Θεού στη Λυκόβρυση, με τον τελευταίο να απαντά, «Ό,τι γίνεται στον κόσμο γίνεται με το θέλημα του Θεού. Αυτός βλέπει από ψηλά τη γης κρατάει ζυγαριά και ζυγιάζει. Αφήνει τη Λυκόβρυση να χαίρεται τ’ αγαθά της και το χωριό σας στο πένθος. Ο Θεός ξέρει τι αμαρτίες θα ‘έχετε κάμει!»
Στο εμβληματικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», λίγο προτού ο καλοθρεμμένος παπάς βρει ως δικαιολογία τη χολέρα για να διώξει τους κατατρεγμένους ο παπα-Φώτης του λέει: «Όλες οι ψυχές όλου του κόσμου, είναι κρεμασμένες στου κάθε ανθρώπου το λαιμό, μη χωρίζεις δικές μου και δικές σου».

Σε τούτο τον ντουνιά οι παπά-Γρηγόρηδες και το ποίμνιο τους είναι εκείνοι που αντιστέκονται στη ζωή, όμως ευτυχώς οι παπα-Φώτηδες στέκονται όρθιοι σε πείσμα όσων τους «καταδικάζουν» σε θάνατο.
Το βίωμα της προσφυγιάς περνά από γενιά σε γενιά κι όσα χρόνια κι να περάσουν από τη στιγμή που θα ρίξουν ρίζες, οι επόμενοι κουβαλούν για πάντα τα τραύματα και τις μνήμες. Κι είναι ακριβώς αυτά, που τους κάνουν να μην φοβούνται μπροστά στα δύσκολα και ν' αντέχουν διπλά, έως ότου τα καταφέρουν.

Κάπως έτσι έχει και η ιστορία του Γιώργου Αφρουδάκη, του απογόνου των προσφύγων, που αναγέννησε το τμήμα πόλο των ανδρών του Απόλλωνα, οδηγώντας το στην κορυφή της Ευρώπης.
-Απόλλων λοιπόν…
«Γεννήθηκα στις 17 Οκτωβρίου του 1976, εκείνη τη μέρα έπαιζε Απόλλων - ΟΦΗ στις 3 το μεσημέρι. Όλα τα παιχνίδια τότε ξεκινούσαν στις 3, στην Α' Εθνική. Ο πατέρας μου, είχε πάει στον αγώνα εκείνη τη μέρα, έχω υπολογίσει ότι τελείωσε περίπου στις 5 και μέχρι να πάει από την Ριζούπολη στην Κυψέλη που ήταν το σπίτι μας, ήθελε μισή ώρα. Στις 5:30 λοιπόν, που έφτασε η μαμά μου ήταν στην είσοδο, μαζί με τον θυρωρό, γιατί είχαν σπάσει τα «νερά» της. Αμέσως τη μετέφερε στο Κολωνάκι στο «Έλενα» και εγώ γεννήθηκα στις 8. Στο χαρακτηριστικό γαλάζιο άλμπουμ της εποχής με το μωρό απ’ έξω, που έγραφε βάρος, ώρα γέννησης κλπ., είναι γραμμένο ότι “γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου του 1976, την ημέρα που έπαιζε Απόλλων-ΟΦΗ με σκορ 2-0”.

Μεγάλωσα ακούγοντας αυτήν την ιστορία και μετά θυμάμαι πολύ έντονα τον παππού μου να έρχεται στο σπίτι μας, στην Κυψέλη, κρατώντας τρία ανοξείδωτα μπολ με φαγητό, να τα μοιράζει σε εμένα και τον μπαμπά μου και να φεύγουμε Κυριακές μεσημέρι για το γήπεδο. Το σπίτι μας ήταν το σημείο συνάντησης, πριν τη Ριζούπολη. Ο παππούς γεννήθηκε στην Σμύρνη και έφυγε σε ηλικία 8 ετών».
-Σας έλεγε ιστορίες από την καταστροφή;
«Θυμόταν πολύ έντονα την ημέρα που τους πέταγαν στα καράβια. Δεν ξέχασε ποτέ τη βαρβαρότητα που έζησε και το πώς καιγόταν η πόλη πίσω.
Ο παππούς με την γιαγιά μου γνωρίστηκαν στις τουαλέτες των προσφυγικών σπιτιών στο Πολύγωνο, όπου εγκαταστάθηκαν. Ο πατέρας της γιαγιάς μου ήταν φαρμακοποιός και ο πατέρα του παππού κρεοπώλης και τα μαγαζιά τους στη Σμύρνη ήταν απέναντι. Ήξεραν ο ένας τον άλλον, αλλά δεν είχαν στενές σχέσεις. Μετά την καταστροφή είχαν χαθεί. Ξανασυναντήθηκαν λοιπόν, όταν ερωτεύτηκαν ο παππούς που πήγε να ζητήσει τη γιαγιά, από τον πατέρα της. Έχω μεγαλώσει με αυτές τις ιστορίες, στις οποίες υπάρχει μέσα ο Απόλλων. Πώς θα μπορούσε λοιπόν, εγώ να μην δεθώ με τον Απόλλωνα, να μην τον υποστηρίζω και να μην προσπαθώ να κάνω ό,τι μπορώ για να δοξάζεται.
Η αγάπη μου για τον Απόλλωνα ξεκίνησε μέσα από το ποδόσφαιρο. Έγινα καλός αθλητής νομίζω, γιατί πήρα το μικρόβιο του αθλητισμού στη Ριζούπολη. Εκεί ήταν που μπολιάστηκα με εικόνες και αγάπη για την ομάδα. Μπορεί αν ήταν άλλο άθλημα, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Εκεί έμαθα ότι κερδίζει ο καλύτερος και ότι η νίκη δεν είναι αυτοσκοπός. Τα στοιχειώδη, δηλαδή, που πλέον, όχι απλώς δεν είναι αυτονόητα, αλλά δεν ισχύουν.

Θεωρώ ότι ένα παιδί αν δεν έχει ασχοληθεί με τον αθλητισμό από μικρό, δεν έχει δει μπάσκετ ή ποδόσφαιρο, δεν είναι εύκολο να γίνει μεγάλος αθλητής.
Η αγάπη για τον αθλητισμό γεννιέται από πολύ μικρή ηλικία. Τότε είναι που κάνεις όνειρα. Εγώ τα δικά μου τα έκανα σε αυτό το πέτρινο γήπεδο.
Βέβαια, για να πραγματοποιηθούν τα όνειρα πρέπει να βρεθείς στο σωστό περιβάλλον. Εμένα πραγματοποιήθηκαν χάρη στη Βουλιαγμένη».
-Πώς οδηγήθηκες στην επαναλειτουργία του τμήματος πόλο;
Έγινε το 2014. Πάντα ένιωθα ότι θέλω κι εγώ από την πλευρά μου να προσφέρω κάτι στον Απόλλωνα και να ανταποδώσω με αυτόν τον τρόπο την αγάπη μου στον παππού. Όταν λοιπόν, επαναλειτούργησε το τμήμα, ο πατέρα μου επαναλάμβανε ότι ο Απόλλων έχει ξαναπαίξει πόλο κι εγώ τον αμφισβητούσα. Αποδείχθηκε όμως ότι είχε δίκιο, σύμφωνα με τον ιστορικό του Απόλλωνα, Γιώργο Αγγελάκο, ο οποίος βρήκε αποκόμματα εφημερίδων σύμφωνα με τα οποία το 1911 ή 1912 γίνονταν τουρνουά στην προκυμαία με τη συμμετοχή του Απόλλωνα Σμύρνης, του Πανιωνίου και του Πέλοπα, αθλητής του οποίου ήταν ο Αριστοτέλης Ωνάσσης.
Μάλιστα, από τα ντοκουμέντα προέκυπτε ότι είχε διεξαχθεί αγώνας μεταξύ του Απόλλωνα και του Πέλοπα.
Αυτά τα δημοσιεύματα τα βρήκαμε το 2018 και μάλιστα βρέθηκε και ένας χάρτης της Σμύρνης όπως ήταν το 1922. Εκεί εντοπίσαμε στη Μεγάλη πλατεία, το κρεοπωλείο και το φαρμακείο των προπαππούδων μας».

Αυτό έγινε και αφορμή για το ταξίδι στη Σμύρνη το 2020;
«Το διάστημα της πενταετίας που ιδρύθηκε η ομάδα, ήταν όνειρο δικό μου και των ανθρώπων που στήριξαν το όλο εγχείρημα να ταξιδέψουμε στη Σμύρνη.
Ήμασταν τυχεροί γιατί προπονητής της ομάδας της Σμύρνης ήταν τότε, ο Βαγγέλης Πάτερος, ο οποίος μεσολάβησε για να λάβουμε επίσημη πρόσκληση. Στις 6 Ιανουαρίου του 2020, ανήμερα των Φώτων, λίγο πριν το ξέσπασμα του κορονοϊού επιστρέψαμε στα χώματα των προγόνων μας. Δύο χρόνια πριν, είχε επιτραπεί για πρώτη φορά μετά τον διωγμό ο αγιασμός των υδάτων.
Έτσι, μετά τη λειτουργία στην Αγία Φωτεινή, κατευθυνθήκαμε στην προκυμαία, όπου έπεσαν 50-60 άτομα για τον σταυρό ανάμεσα τους και η ομάδα μας, με τον προπονητή μας να καταφέρνει να τον πιάνει. Ήταν απίστευτα τα συναισθήματα και συγκινητικό το πώς μας είχε αγκαλιάσει το ελληνικό προξενείο.
Στο πλαίσιο της επίσκεψης δώσαμε δύο φιλικούς αγώνες με την τουρκική ομάδα. Αν μου ζητήσεις να σου κάνω μία ανασκόπηση της καριέρας μου, με τις σημαντικότερες στιγμές από την ενασχόληση μου με τον Απόλλωνα, είναι σίγουρα το Ευρωπαϊκό και αυτή η ιστορική επίσκεψη στη Σμύρνη.
Η δική μου οικογένεια ήταν όλη εκεί, τα παιδιά μου, η γυναίκα μου, ο πατέρας μου, ξαδέρφια του πατέρα μου, ο θείος μου, τον οποίο έχασα ένα χρόνο μετά. Τρεις γενιές Αφρουδάκηδων επέστρεψαν εκεί που έζησαν οι πρόγονοι τους. Φωνάξαμε το μότο μας «Τρεις αιώνες, δυο πατρίδες, μια ομάδα», όπως και πριν από κάθε παιχνίδι, όμως εκείνη τη φορά ήταν ξεχωριστό.

Ο αθλητισμός ενώνει τους λαούς;
«Ναι και αυτή είναι και η έννοια του ολυμπισμού. Πόσο όμορφες εικόνες μας έχουν χαρίσει οι Ολυμπιακοί Αγώνες, που μεγάλοι αθλητές ή ομάδες που μπορεί να προέρχονται από χώρες που έχουν διαφορές μετά το πέρας του αγώνα δίνουν τα χέρια. Αυτή είναι η ουσία του αθλητισμού και αυτό θα έπρεπε να πρεσβεύουμε όσοι ασχολούμαστε με αυτόν. Ο αθλητισμός θα έπρεπε να υπερβαίνει την πολιτική. Το μάρκετινγκ και η νίκη που έχει γίνει αυτοσκοπός τα τελευταία χρόνια έχουν συμβάλει στο να χαθεί η μαγεία, με τον οποία μεγαλώσαμε εμείς. Αυτό με τους χορηγούς και τα κέρδη από τη μία μπορεί να βοηθά, αλλά παράλληλα αλλοίωσε τον χαρακτήρα του υγιούς αθλητισμού».
Πώς νιώθεις βλέποντας τα προσφυγικά κύματα όντας ο ίδιος απόγονος προσφύγων;
«Είναι κάτι το οποίο με στεναχωρεί γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται, εκατό χρόνια μετά και φοβάμαι ότι είναι κάτι που θα εξακολουθεί να συμβαίνει και σε εκατό χρόνια από σήμερα. Είναι θλιβερή η πραγματικότητα, αλλά ο αθλητισμός δείχνει το μεγαλείο του και σε αυτό τον τομέα».
Έχεις παίξει σε Ολυμπιακό και σε Παναθηναϊκό πώς είναι να αγωνίζεσαι σε συλλόγους, που δεν υποστηρίζεις και που έχουν τόσο κόσμο;
«Είναι εντελώς διαφορετικό το πόλο από το ποδόσφαιρο. Εγώ ξεκίνησα το πόλο στη Βουλιαγμένη, αυτή ήταν η ομάδα μου και η πιο δύσκολη στιγμή της καριέρας μου ήταν όταν έπρεπε να φύγω. Εγώ ήθελα να τελειώσω την καριέρα μου στη Βουλιαγμένη. Είμαι ρομαντικός. Για χ, ψ λόγους αυτό δεν συνέβη. Στην απόφαση να φύγω με διευκόλυνε πολύ ότι η πρόταση που ήρθε ήταν από τον Πανιώνιο, στα 28 μου.
Έπαιξε ρόλο ότι φεύγω από την ομάδα που ξεκίνησα, αλλά πάω σε ένα σωματείο, το οποίο μπορεί ποδοσφαιρικά να ήταν ο αιώνιος αντίπαλος του Απόλλωνα, όμως ήταν ένα σωματείο της Σμύρνης που έχτιζε στο πόλο κάτι καλό για τα επόμενα χρόνια. Από κει και πέρα τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως φανταζόμουν και στα 30 μου πήγα στον Ολυμπιακό, το 2006.
Έπαιξα τέσσερα χρόνια και έκλεισα την καριέρα μου στον Παναθηναϊκό, στα 40 μου. Δεν ξέρω πώς νιώθουν οι ποδοσφαιριστές ή οι μπασκετμπολίστες, αλλά εγώ σεβάστηκα τον κόσμο και ένιωσα να δένομαι μαζί τους. Δεν ήθελα να φύγω ούτε από τον Ολυμπιακό, αλλά αν θες να μιλήσουμε γι’ αυτό, έφυγα γιατί ένιωσα ότι δεν είχα κίνητρο να μείνω.

Εμένα με γοητεύει πολύ το να έχω κίνητρο. Μου άρεσε που στον Παναθηναϊκό είχαν θέσει δύσκολους στόχους. Μου αρέσει να φτιάχνω πράγματα από το μηδέν. Αυτό με ιντρίγκαρε πιο πολύ, από το να παραμείνω στον αιώνιο πρωταθλητή. Από μικρός το είχα αυτό. Ο Παναθηναϊκός έως τότε ήταν μία ομάδα ασανσέρ μεταξύ Α1 και Α2. Είχα συναντηθεί τότε με τον Νίκο Πατέρα, συμφωνήσαμε να βοηθήσω την ομάδα. Θεωρώ ότι έβαλα σημαντικό λιθαράκι, αφού για πρώτη φορά στην ιστορία της έπαιξε σε τελικό πρωταθλήματος και στον τελικό Κυπέλλου το 2015. Τότε πίστευα -και έπεσα έξω- ότι αν πηγαίναμε σε τελικό πρωταθλήματος -μετά από πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς- θα συνεχιζόταν αυτή η πορεία και ο Παναθηναϊκός θα έφτανε να είναι άξιος διεκδικητής του πρωταθλήματος, κάτι που δεν έγινε.
Ωστόσο και για μένα και για τον Παναθηναϊκό τα έξι χρόνια συνεργασίας ήταν εποικοδομητικά, παρά τα δύο δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν μετά την απόσυρση μου. Τώρα με χαρά βλέπω να βρίσκει τα πατήματα του.
Για να αναβαθμιστεί το άθλημα μας και για αν έχει περισσότερη απήχηση στο κοινό πρέπει να είναι ανταγωνιστικός ο Παναθηναϊκός. Αυτό, φυσικά, ισχύει για όλες τις ομάδες με πολύ κόσμο.

Αυτός είναι ο τρόπος για να αλλάξει το ενδιαφέρον του κόσμου προς το πρωτάθλημα και το ίδιο το άθλημα. Ο κόσμος αγαπά την εθνική ομάδα, αλλά δεν υπάρχει κανένας ανταγωνισμός για το πρωτάθλημα. Ο πρωταθλητής είναι γνωστός εκ των προτέρων. Αυτό θα άλλαζε τα δεδομένα. Για να κλείσω το θέμα με τις ομάδες. Επειδή είχα από μικρός το μικρόβιο του αθλητισμού νιώθω ευλογημένος που πέρασα από τα δύο μεγαλύτερα σωματεία της Ελλάδας.
Αγαπώ κάθε στιγμή στον Ολυμπιακό, στον Παναθηναϊκό και στον Πανιώνιο, γιατί έζησα κάτι διαφορετικό, κάτι ωραίο, αλλά δεν έκρυψα ποτέ ότι δεν ήμουν Ολυμπιακός ή Πανιώνιος.
Ανέκαθεν είχα μία συμπάθεια στον Παναθηναϊκό και γι’ αυτό αποφάσισα να κλείσω εκεί την καριέρα μου εκεί. Από μικρό παιδί όμως η ομάδα μου ήταν ο Απόλλων και αυτό δεν άλλαξε ποτέ παρά το μπούλινγκ που έτρωγα μικρός, που μου λέγανε ότι δεν είναι μεγάλη ομάδα. Εγώ έμενα πιστός στις αξίες και σε αυτά που με δίδαξε ο παππούς».
Είχε κάνει δουλίτσα ο παππούς…
«Είχε κάνει δουλίτσα, όχι με τσαμπουκά, αλλά δημιουργώντας συναισθήματα και εικόνες μέσα από τις ιστορίες του και την συμπεριφορά του. Έγινα Απόλλων εξαιτίας του σεβασμού που μου ενέπνεε. Από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της παιδικής μου ηλικίας είναι να μπαίνω Κυριακή μεσημέρι στο σπίτι όταν ο Απόλλων δεν έπαιζε στην έδρα του, να βλέπω τον παππού στην πολυθρόνα του με το τρανζιστοράκι κολλημένο στο αυτί του, να ακούει τα αποτελέσματα.
Από κάποια στιγμή και μετά όσο μεγάλωνε πια δεν είχε διάθεση να πάει το γήπεδο και ήμασταν εμείς αυτοί που τον ξεσηκώναμε να έρθει. Κορυφαία στιγμή ήταν προς το τέλος που τον πηγαίναμε στο γήπεδο, όταν σε ένα παιχνίδι στο Καραϊσκάκη που φορούσε ένα καπέλο ναυτικό, τον πέρασαν κάποιοι οπαδοί για τον Λάτση και του φώναζαν «Καπετάν Γιάννη». Είχε να το λέει μετά που τον μπέρδεψαν με τον Λάτση…»

Το ότι έφυγες από τη Βουλιαγμένη βοήθησε τελικά στο να μην έχεις παρωπίδες;
«Σίγουρα με βοήθησε, αλλά νομίζω ότι αυτό που με καθόρισε είναι η αγάπη μου για τον αθλητισμό. Δεν έχω άλλο χόμπι. Αυτό που με χαλαρώνει είναι να βλέπω αγώνες μπάσκετ, βόλεϊ, στίβο και τένις που παίζουν τα παιδιά μου, το οποίο παρακολουθούσα από μικρός».
Ο Ντέμης Νικολαΐδης είπε σε μία σχετικά πρόσφατη συνέντευξη του ότι πέρασε δύσκολα όταν εγκατέλειψε την αγωνιστική δράση, για σένα πώς ήταν τα πράγματα;
«Εγώ σταμάτησα μεγάλος, καμία σχέση με τον Ντέμη, ο οποίος ήταν και από τα ινδάλματα μου, γιατί συνδύασε το ξεκίνημα της καριέρας του με την μεγαλύτερη επιτυχία του Απόλλωνα στο ποδόσφαιρο, όταν βγήκαμε στην Ευρώπη. Εγώ τότε ήμουν 19 ετών και έπαιζα εθνική ομάδα. Ήμουν στα «κάγκελα». Παίζαμε τελευταία αγωνιστική στη Λειβαδιά, είχα ανεβεί, φυσικά και θυμάμαι που είχαμε πάει στα αποδυτήρια και πανηγυρίζαμε, σαν μικρά παιδιά»

Έκτοτε συναντηθήκατε;
«Ναι στη Βουλιαγμένη είχαμε συναντηθεί, του είχα πει δυο τρεις ιστορίες, αλλά τον είδα σαν να μην… μπορεί να μην ήξερε κιόλας το πόλο σαν άθλημα (σ.σ. πικρό γέλιο). Ίσως να τον είχα πετύχει και σε άσχημη στιγμή. Εγώ κατάθλιψη λοιπόν, δεν έπαθα. Συμφωνώ 100% με αυτά που είπε ο Ντέμης. Είπε μεγάλες κουβέντες. Ο αθλητής πεθαίνει την στιγμή που αποσύρεται.Μένει μόνος του, δεν έχει εισοδήματα. Μίλησε πολύ σωστά. Εγώ σταμάτησα πολύ μεγάλος. Ο Ντέμης σταμάτησε πολύ πιο μικρός, νομίζω 31 ετών με τραυματισμό. Εγώ αντίθετα το ξεχείλωσα, έπαιξα πολλά παιχνίδια.
Υπάρχουν δύο στιγμές που ξεχωρίζουν στην καριέρα μου, μία το 2012 που σταμάτησα από την εθνική ομάδα. Εκεί, θεωρητικά σταμάτησα το πόλο και ήταν πολύ έντονη στιγμή γιατί συνδυάστηκε με αποτυχία. Ήταν από τις λίγες φορές που έκλαψα δυνατά, γιατί κατάλαβα ότι τελείωσε το ταξίδι της εθνικής ομάδας, όμως μετά έπαιξα άλλα τέσσερα χρόνια πιο «σβηστά», τα οποία με βοήθησαν να προετοιμαστώ ψυχολογικά για το κλείσιμο της καριέρας μου, οπότε καταλαβαίνω αυτό που είπε ο Ντέμης και καταλαβαίνω και κάθε αθλητή που το παθαίνει. Ο τρόπος που αποσύρθηκα συνέβαλε στο να είμαι πιο συνειδητοποιημένος. Το ντους όμως το ψυχρό το έπαθα το 2012 στο Λονδίνο».
Πώς και δεν ασχολήθηκες με την προπονητική;
«Γύρω στα 25-26 σκέφτηκα ότι ήταν η στιγμή για να πάρω μία σημαντική απόφαση: να εστιάσω στην αθλητική μου καριέρα ή να αρχίσω να προετοιμάζω την μετέπειτα προπονητική μου καριέρα. Παρότι στα 26 δεν είσαι τόσο ώριμος, εγώ πήρα μία πολύ ώριμη απόφαση, ότι δεν ήμουν έτοιμος να αφιερωθώ στην προπονητική και άρα να γίνω καλός προπονητής».


