Έφυγε από τη ζωή ο Ρέντφορντ
Ήταν πανέμορφος. Ένας υπέροχος ηθοποιός και εμπορικός και με καλλιτεχνικό εκτόπισμα. Ένας σκηνοθέτης με Οσκαρ. Ένας γόης που όμως ήταν ένας αυθεντικός άνθρωπος του κινηματογράφου, ο σταρ που μολονότι υπήρξε ο αγαπημένος των στούντιο εκείνος άνοιξε τις πόρτες της βιομηχανίας του θεάματος στο ανεξάρτητο σινεμά.
Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους μεταπολεμικούς αστέρες και παράλληλα το καθαρό –και πολιτικό– πρόσωπο μιας Αμερικής που θα θέλαμε να είναι αληθινή.
Ο μέγας Ρόμπερτ Ρέντφορντ δεν είναι πια εδώ· έφυγε από τη ζωή στα 89 του… «Ηθοποιός, που έγινε σκηνοθέτης, που έγινε ακτιβιστής», έγραψαν οι New York Times ανακοινώνοντας τον θάνατο αυτού του συμβόλου της Αμερικής.
Ο Ρέντφορντ θα μπορούσε να αρκεστεί στην ασύλληπτη υποκριτική του λάμψη, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στα μέσα αυτής του 1970 και να μην κάνει τίποτε άλλο. Και μόνο αυτό, οι ρόλοι του δηλαδή στο «Ξυπόλητοι στο πάρκο» (1967) δίπλα στην κούκλα Τζέιν Φόντα, στα «Καλύτερά μας χρόνια» με την Μπάρμπρα Στρέιζαντ (1973), στο οσκαρικό «Κεντρί» (1973) και στους «Δύο Ληστές» (1969) πλάι στον αδελφικό του φίλο Πολ Νιούμαν, στο πολιτικό δράμα «Ο υποψήφιος» (1972), στο κατασκοπευτικό θρίλερ του Σίντνεϊ Πόλακ «Τρεις ημέρες του Κόνδορα» (1975) και στο πολιτικό θρίλερ «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου» (1976) δίπλα στον Ντάστιν Χόφμαν, θα ήταν αρκετοί για να τον κατατάξουν αυτοδίκαια στους μεγάλους της Μεγάλης Οθόνης. Στο «Jeremiah Johnson» (1972) του Σίντνεϊ Πόλακ (Warner Bros.)
Όμως ο γεννημένος τον Αύγουστο του 1936 Ρόμπερτ Ρέντφορντ, που κάποτε είχε πει πως «όταν ήμουν παιδί, κανείς δεν μου είπε πως ήμουν όμορφος. Ευχόμουν κάποιος να το είχε κάνει. Θα είχα περάσει καλύτερα τη ζωή μου…», δεν έμεινε σε αυτά, ούτε φυσικά στους ρόλους που θα ακολουθούσαν εύκολα στα 80s – «Brubaker» (1980), «The Natural» (1984), «Πέρα από την Αφρική» (1985).
Ο Ρέτφορντ υπήρξε ένα πνεύμα ανήσυχο και συνέχισε να διευρύνει τους ορίζοντές του. Δοκίμασε στην σκηνοθεσία, πήρε Οσκαρ (ενώ δεν πήρε ποτέ για τις ερμηνείες του) για την πρώτη του ταινία, το «Ordinary People» το 1980 και συνέχισε με το «Quiz Show» (1995), τον «Γητευτή των αλόγων» (1998), το «Lions for Lambs» (2007), το «The Company You Keep» (2012).
Σε μια εποχή που ο ακτιβισμός δεν ήταν αυτονόητος, ο Ρέντφορντ υπήρξε από τους σκαπανείς του κινήματος για την προστασία του περιβάλλοντος και υπέρμαχος για τα δικαιώματα των αυτόχθονων της Αμερική και των ΛΟΑΤΚΙ.
Στην ύστερη φάση του φρόντισε με την πολιτική στόχευση των ταινιών του να αποτελεί την προοδευτική συνείδηση μιας όλο και πιο συντηρητικοποιημένης κοινωνίας. Αποκαλύπτοντας το Σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ στο «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου» (1976) του Αλαν Τζ. Πάκουλα. Από αριστερά: Ντάστιν Χόφμαν. Ρ. Ρέντφορντ, Τζέισον Ρόμπαρτς, Τζακ Γουόρντεν, Μάρτιν Μπάλσαμ (Warner Bros.).
Σε αντίθεση με τον Δημοκρατικό Πολ Νιούμαν, ο Ρέντφορντ είχε υποστηρίξει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και μάλιστα είχε γίνει δεκτός στον Λευκό Οίκο από τον Τζορτζ Τζους τον πρεσβύτερο. To 2004 με τον κολλητό του Πολ Νιούμαν (Photo by Evan Agostini/Getty Images)
Το 2012 όμως υποστήριξε την επανεκλογή του Μπαράκ Ομπάμα, ενώ το 2019 είχε κάνει αίσθηση με ένα άρθρο του στο οποίο περιέγραφε τον Ντόναλντ Τραμπ, τότε 45ο πρόεδρο των ΗΠΑ, ως «μεταμφιεσμένο μονάρχη», «χωρίς ηθική πυξίδα», που πρέπει να φύγει.
Παράλληλα με τον πολιτικό ακτιβισμό, ο Ρέντφορντ υπήρξε ο ιδρυτής και η ψυχή του Φεστιβάλ Σάντανς, που στα δύσκολα χρόνια της άκρατης εμπορευματοποίησης της έβδομης Τέχνης, έδωσε μια διέξοδο στους νέους Αμερικανούς κινηματογραφιστές να παρουσιάσουν τα έργα τους πέρα από τα στεγανά των στούντιο του Χόλιγουντ.
Ο Ρέντφορντ, των δύο γάμων, των τεσσάρων παιδιών, των έξι δεκαετιών στο σινεμά, πέθανε στον ύπνο του, στο σπίτι του στο Πρόβο της Γιούτα. Ένας καλός θάνατος, για έναν υπέροχο άνθρωπο.
Πηγή: Protagon.gr