ΠΕΝΘΕΙ Ο ΓΛΑΥΚΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ

0
281

Στο πένθος έχει βυθιστεί από χθες το απόγευμα ο Γλαύκος Περιστερίου αλλά και ολόκληρος ο κολυμβητικός κόσμος, μετά τον άδικο χαμό ενός εκ των μελών του ΔΣ του συλλόγου, του Άγγελου Τσετσέλη.

Πιο συγκεκριμένα, χθες κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου, και ενώ σύσσωμος το κολυμβητικό γίγνεσθαι του Περιστερίου είχε προβεί σε ειρηνική διαμαρτυρία, ο Άγγελος Τσετσέλης άφησε την τελευταία του πνοή ύστερα από διαφωνία με εκπρόσωπο της δημοτικής αρχής της πόλης.

Ακολουθεί κείμενο του Γιάννη Μηλιδάκη, όπως δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα www.swimming.gr:

«Αγαπητοί φίλοι, φίλαθλοι, συμπολίτες, συμπατριώτες, συνάνθρωποι,

Ήρθε η ώρα που πρέπει να γίνουμε και συμπολεμιστές.

Σήμερα δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε απλά μια κακή συγκυρία, αλλά έναν τετραπέρατο και υπερτροφικό μηχανισμό συμφερόντων, υποστηριζόμενο και συντηρούμενο από μία κάστα ατόμων τους οποίους εμείς οι ίδιοι κάθε 4 χρόνια, πράττοντας τη δημοκρατική μας υποχρέωση, εντέλλουμε να πάρουν τις τύχες μας στα χέρια τους. Και τουλάχιστον μέχρι τώρα, κάπου, άλλος εδώ, άλλος εκεί αισθανόταν εμπιστοσύνη.

Σήμερα τα πράγματα είναι σε διαφορετική φάση… Τα «αφεντικά» τους, τους τραβάνε τα λουριά και η συγκεκριμένη κάστα ωσάν την «καταραμένη ράτσα των αυλικών», παραβλέπει τη δημοκρατική εντολή που έχει λάβει και λειτουργεί ως στυγνή εξουσία και δυνάστης. Προσπαθεί με διάφορα τεχνάσματα να υποδυθεί ότι αγωνίζεται και διαπραγματεύεται προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου, ενώ στην πραγματικότητα εξαπατά, κοροϊδεύει και προδίδει εκείνους που θα έπρεπε να υπηρετεί φροντίζοντας να εξασφαλίζει ίδια οφέλη και την παραμονή του στην εξουσία.

Ας το πάρουμε απόφαση μια και καλή, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων έτσι λειτουργούν. Και πάει στην ευχή, θα ‘λεγε κάποιος, όταν το τίμημα που πληρώνουμε είναι δυσβάσταχτοι φόροι, εισφορές, χαράτσια, δημοτικά τέλη, κι άλλα συναφή. Όταν όμως το τίμημα είναι ανθρώπινες ζωές εκεί παραπάει το πράγμα.

Εκτός από δυσβάσταχτα οικονομικά μέτρα, ο ελληνικός λαός πληρώνει και με ανθρώπινες ζωές τις επιλογές της εν λόγω κάστας, η οποία μα μην ξεχνιόμαστε, αναμφισβήτητα ανήκει στη λεγόμενη «καθεστηκυία τάξη», αφού δεν παράγει τίποτα, παρά μόνο λόγια… εεε και ιδέες… παραλίγο να το ξεχάσω.

Από σήμερα, για την ακρίβεια από χθες, η κολυμβητική οικογένεια θρηνεί ένα μέλος της. Έναν πατέρα, έναν άνθρωπο που όσοι τον γνώριζαν, γνώριζαν την αξιοσύνη και την τιμιότητά του. Έναν αγωνιστή, ερασιτέχνη με τη σημασία της λέξης, έναν αληθινό ΦΙΛΑΘΛΟ. Ήταν εκείνος που σε κάθε συνάντηση του Γλαύκου Περιστερίου αργούσε να έρθει. Έφτανε σχεδόν πάντα τελευταίος τα βράδια, γιατί δούλευε μέχρι αργά. Δεν παρίστανε τον αθλητικό παράγοντα, δεν ήταν ο α(θ)λητάνθρωπος σαν κι εκείνους που συνήθως έχουν το μάτι στραμμένο στο ταμείο του Συλλόγου, αλλά απεναντίας συνεισέφερε από το υστέρημά του όταν δεν έβγαιναν τα χρήματα για να καλυφθούν όλες οι υποχρεώσεις του σωματείου.

Φίλοι συμπολεμιστές θρηνούμε τον Άγγελο Τσετσέλη.

Πως ένας τόσο ζωντανός, δυναμικός και νέος άνθρωπος έχασε τη ζωή του σε ένα απόγευμα; Εκείνο το απόγευμα που για πρώτη φορά ίσως, σύσσωμος  κι ενωμένος ο κόσμος του κολυμβητικού γίγνεσθαι του Περιστερίου είχε προβεί σε ειρηνική διαμαρτυρία κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου. Να πως:

Ο άνθρωπος «έσκασε» στην κυριολεξία όταν ούτε λίγο ούτε πολύ η αδιάλλακτη, υπεροπτική δημοτική αρχή της πόλης αποκάλεσε τους συλλόγους κλέφτες, που τρώνε τα λεφτά, ενώ θα μπορούσαν με τόσα χρήματα που κερδίζουν να συντηρούν εξολοκλήρου τα ενεργοβόρα μεγάλα κολυμβητήρια, που έφτιαξαν εκείνοι στις περιόδους των «παχέων  αγελάδων», με τα μεγάλα περιθώρια κέρδους από τις εργολαβίες των πανάκριβων έργων… Τότε, ενόψει του …περιβόητου 2004, κομπάζοντας ταυτόχρονα για τα υψηλά επίπεδα πολιτισμού και αθλητισμού στην «πόλη» τους. Όποιοι ισχυρίζονται ότι κέρδίζουν οι κολυμβητικοί σύλλογοι που προάγουν και τον αγωνιστικό αθλητισμό, είναι τουλάχιστον γελοίοι, γιατί ακριβώς εκείνοι που τα ισχυρίζονται δεν τα πιστεύουν, απλά τα χρησιμοποιούν ως εργαλεία της πολιτικής τους δεξιοτεχνίας. Αν τα πίστευαν θα ήταν απλά ηλίθιοι, γιατί οι σύλλογοι όχι μόνο δεν αντέχουν σε καμία περίπτωση να πληρώνουν το σύνολο της σπάταλης λειτουργίας των μεγάλων και υπαίθριων ελληνικών κολυμβητηρίων, αλλά συνήθως χρωστάνε και τμήμα των συμβατικών τους υποχρεώσεων, όπως αμοιβές προπονητών κ.α.

Θα ξεχάσουμε ότι πριν την εγκατάσταση του φυσικού αερίου 8τονα βυτία εφοδίαζαν τα κολυμβητήρια με μιας με 20 τόνους πετρέλαιο;

Θα ξεχάσουμε μήπως ότι αποδεδειγμένα τα κόστη των χημικών του κολυμβητηρίου μειώθηκαν μέσα σε ένα χρόνο στο 25- 30 %, όταν τη διαχείριση ανέλαβαν οι σύλλογοι και όχι οι Δήμοι; Που να άλλαζαν και οι προμηθευτές…

Ποιοι τολμούν να υπαινίσσονται ότι οι τοπικοί κολυμβητικοί σύλλογοι δηλαδή οι ίδιοι οι γονείς είναι κλέφτες;

Ποιοι;     

Ποιοι είναι αυτοί που έχουν το δικαίωμα να προσβάλλουν και να συκοφαντούν έντιμους ανθρώπους, γονείς ενώπιον των παιδιών τους που παραβρέθηκαν ως δημότες κι αυτά στη συνεδρίαση ενός δημοτικού συμβουλίου, διεκδικώντας ειρηνικά ένα καλύτερο παρόν και μέλλον. Διεκδικώντας το δικαίωμα να συνεχίσουν τον αθλητισμό

Ποιοι;     

Να σας πω τώρα αμέσως ποιοι. Οι ηγέτες της «πόλης» οι άρχοντες του τόπου, εκείνοι που εισήλθαν στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου τελευταίοι ως star της showbiz, ασφαλώς, χαλαροί, κολλαριστοί, καλοχτενισμένοι, και ειλικρινά φρέσκοι μέσα σε μια αίθουσα ασφυχτικά γεμάτη, σε μια μέρα που δεν υπήρχε μέτωπο από το οποίο να μην τρέχει ποτάμι ο ιδρώτας. Ήταν εκείνοι που είχαν προαποφασίσει, που η γλώσσα του σώματός τους – ο λαός δεν είναι πλέον αναλφάβητος, ξέρει γραφή και …ανάγνωση – υποδήλωνε ότι η συζήτηση θα ελάμβανε χώρα τυπικά, αφού το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο. Μια διαδικασία αφόρητα βαρετή, αλλά έπρεπε να γίνει και μάλιστα αρκετά θεατρικά γιατί δεν παύει να αποτελεί άλλο ένα «πολιτικάντικο» τέχνασμα για να ξεγελούν ότι ακολουθούν και πρεσβεύουν τις δημοκρατικές διαδικασίες. Παρακολουθούσαν λοιπόν αφ’ υψηλού την εξέλιξη της συζήτησης και παράλληλα απολάμβαναν τη σημαντικότητά τους, το πόσο σπουδαίοι  και ισχυροί είναι. Τι ναρκισσισμός επιτέλους;

Και να που μία καρδιά δεν άντεξε την αδικία και τις προσβολές και ράγισε μέσα στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου. Εντελώς απρόβλεπτο αποτέλεσμα καθότι ο καθείς από εκείνους κρίνει με τα δικά του μέτρα και σταθμά… Ο Άγγελος απεγνωσμένα παρακαλούσε να πάρει για δύο λεπτά το λόγο, αλλά δεν του έγινε η χάρη.

Φίλοι της πισίνας και όχι μόνο της πισίνας, αυτά όπως γνωρίζετε δεν είναι φαινόμενα που περιορίζονται στον αθλητισμό. Είναι φαινόμενα αντιπροσωπευτικά των ημερών μας. Γι αυτό τώρα πρέπει ενωμένοι να «πολεμήσουμε» τη σήψη. Γι αυτό πρέπει να γίνουμε συμπολεμιστές. Δεν έχει σημασία σε πια ομάδα ανήκουμε, πρέπει να ενωθούμε και να αγωνιστούμε. Ειδικά στον αθλητισμό είναι καλό να υπάρχουν πολλές ομάδες. Δημιουργούν προϋποθέσεις καλού συναγωνισμού και ευγενούς άμιλλας. Οι τοπικοί άρχοντες βέβαια θα προτιμούσαν να υπάρχει μόνο μία καθολική ομάδα και κατά προτίμηση υποχείριό τους, δηλαδή εξάρτημα του εκλογικού τους μηχανισμού.

Συμπολεμιστές του Περιστερίου και λέω του Περιστερίου μόνο λόγω αφορμής ενωθείτε με τους συμπολεμιστές του Αιγάλεω, της Νίκαιας και του Χαϊδαρίου και της Πετρούπολης και μετά και με εκείνους του Πειραιά και τους συμπολεμιστές των Βορείων και των Νοτίων Προαστίων και με τους συμπολεμιστές από όλη την Ελλάδα ενωθείτε κι όλοι μαζί διεκδικήστε τα δίκαια. Σήμερα στο Περιστέρι, αύριο στο Γέρακα, μεθαύριο στην Ηλιούπολη – τυχαία παραδείγματα οι περιοχές. Δεν μπορούν να μας λένε ότι ένα κολυμβητήριο που ξέρουμε ότι θέλει από 250-300 χιλιάδες ευρώ το χρόνο, τώρα που δεν παίρνουν επιχορηγήσεις της τάξεως των 600.000€ από τη ΓΓΑ δεν μπορούν να το λειτουργήσουν… Και τότε γιατί κόστιζαν 600 χιλιάδες κι ένα εκατομμύριο;

Έλληνες συμπολεμιστές έχουμε χρέος αγωνιστούμε με κάθε δίκαιο και νόμιμο τρόπο, ώστε να αποδυναμώσουμε τον εχθρό και να εξασφαλίσουμε καλύτερες συνθήκες άθλησης, μόρφωσης  και διαβίωσης για τα παιδιά μας. Για τους νέους Έλληνες πολίτες δηλαδή. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια, είναι ώρα να ενωθούμε και να «πολεμήσουμε», αφήνοντας το μοιρολόι και το προσωρινό βόλεμα.

Όσο για σένα Άγγελε,

Σ’ ευχαριστούμε, σε σεβόμαστε και θα σε θυμόμαστε όσο ζούμε.

Αντίο.

Γιάννης Μηλιδάκης»