ΕΠΙΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΕΡΗ ΕΚΚΙΝΗΣΗ

0
740

Κάθε αγώνισμα στην κολύμβηση χαρακτηρίζεται από το αγωνιστικό κομμάτι, το οποίο προϋποθέτει έναν προπονητικό σχεδιασμό με ενδελεχή γνώση των αναγκών του εκάστοτε αγωνίσματος αλλά και από τα τεχνικά μέρη, όπως η εκκίνηση και οι στροφές. Εστιάζοντας και απομονώνοντας τα τεχνικά αυτά μέρη, αποσκοπούμε στην αξιοποίηση τους για τη βελτίωση της αποδοτικότητας των αθλητών. Η κολυμβητική εκκίνηση αποτελεί ένα σημαντικό μέρος σε κάθε αγώνισμα. Η συνεισφορά της εκκίνησης στο τελικό αποτέλεσμα αυξάνει όσο μικρότερη είναι η απόσταση του αγωνίσματος, καθώς η φάση της εκκίνησης καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο ποσοστό από τη συνολική διάρκεια. Στην κολύμβηση, μια αποτελεσματική εκκίνηση στο νερό, μπορεί να επιφέρει ένα πλεονέκτημα στον κολυμβητή έναντι κάποιου άλλου βελτιώνοντας τον χρόνο του, ειδικά σε μικρές αποστάσεις.

Σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κίνησης από μηχανικής πλευράς, σήμερα έχουν επικρατήσει δύο διαφορετικές τεχνικές εκκίνησης, όσον αφορά τη θέση των ποδιών. Η πρώτη τεχνική τοποθετεί τα δύο πόδια στην άκρη του βατήρα (grab start), όπου τα δάχτυλα και των δύο ποδιών γαντζώνουν το βατήρα. Η δεύτερη τοποθετεί το ένα πόδι στην άκρη του βατήρα να γαντζώνει και το άλλο πιο πίσω, κατά τεκμήριο να στηρίζεται στα δάχτυλα (track start). Η δεύτερη αυτή τεχνική παρουσιάζει ομοιότητα με την εκκίνηση στο στίβο. Υπάρχει ακόμη και μια διαφοροποιημένη μορφή αυτής, που εφαρμόζεται σπανιότερα από μερικούς αθλητές και κυρίως κατά τις σκυταλοδρομίες. Σε αυτή ο κολυμβητής μετακινεί το βάρος του πολύ πίσω πάνω στο βατήρα και συγκρατεί το σώμα του, με δυνατή λαβή των χεριών στην άκρη του, τα οποία είναι τεντωμένα. Η συγκεκριμένη εκκίνηση ονομάζεται  “slingshot start”. Επίσης, μια εκκίνηση που χρησιμοποιούν οι αθλητές κατά τη σκυταλοδρομία είναι με την αιώρηση των χεριών πίσω και εμπρός εκμεταλλευόμενοι την οπτική ικανότητα (εφόσον παρατηρούν τον συναθλητή τους κατά τη φάση του τερματισμού) χρησιμοποιώντας τις αρχές της μηχανικής σύμφωνα με τη θεωρία του Νεύτωνα.  Τέλος, μια νέα τεχνική εκκίνησης έχει ανακαλυφθεί με την παραγωγή του «Anti Wave Super Block». Ο βατήρας είναι σχεδιασμένος ώστε να επιτρέπει στον κολυμβητή να τοποθετεί το κέντρο βάρους του σώματός του σε μεγαλύτερη θέση εμπρός πριν την εκκίνηση πιάνοντας λαβές που είναι τοποθετημένες επάνω στο βατήρα. Η τεχνική αυτή ονομάζεται «Handle strart».

Η εκκίνηση έξω από το νερό χωρίζεται σε τρεις χρονικές φάσεις. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει τις ενέργειες που κάνει ο κολυμβητής πάνω στο βατήρα από τη στιγμή του σήματος εκκίνησης έως τη στιγμή της απογείωσης. Η δεύτερη φάση, ή φάση πτήσης, ορίζεται από το τέλος της πρώτης φάσης, έως τη στιγμή της πρώτης επαφής με το νερό. Η τρίτη φάση της εκκίνησης, ή φάση του γλιστρήματος, ολοκληρώνεται τη στιγμή που ο αθλητής αρχίζει να κολυμπά.

Αν και έχουν γίνει αρκετές μελέτες που χωρίζουν τμηματικά τα είδη των εκκινήσεων, θα σταθώ στην έρευνα των Breed & Young 2003, οι οποίοι μελέτησαν την επίδραση της εξάσκησης των εκκινήσεων εντός και εκτός νερού, χωρίζοντας την εκκίνηση στα εξής τμήματα: α) χρόνος εκκίνησης από τον βατήρα, β) χρόνος πτήσης, γ) συνολικός χρόνος εισόδου στο νερό, δ) απόσταση πτήσης, ε) ταχύτητα απογείωσης από το βατήρα, στ) γωνία απογείωσης, ζ) γωνία εισόδου, η) κάθετη και οριζόντια προώθηση.

Σε ορισμένες μελέτες τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η εκκίνηση με λαβή υπερτερεί της εκκίνησης με το ένα πόδι πίσω. Ωστόσο, άλλες έρευνες έδειξαν το αντίθετο, αναδεικνύοντας την εκκίνηση με το ένα πόδι πίσω ως πλεονεκτικότερη από εκείνη με τη λαβή. Υπάρχουν πάντως και έρευνες που δεν εντόπισαν διαφορές μεταξύ των δύο τρόπων εκκίνησης από το βατήρα.

Σύμφωνα με τον Hay (1988) είναι πολύ δύσκολο να συγκρίνεις τις δύο εκκινήσεις διότι οι κολυμβητές εξασκούνται σε ένα στυλ εκκίνησης που προτιμούν. Σε έρευνα που έγινε, διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δυο διαφορετικών εκκινήσεων, με συμπέρασμα η βελτίωση στην εκκίνηση να εξαρτάται από την συνεχή εξάσκηση (Blanksby et al., 2002).

Με γνώμονα τα ανωτέρω, ο προπονητής διδάσκει την εκκίνηση που θεωρεί αποδοτικότερη για τον αθλητή του και τον προετοιμάζει συστηματικά για τη βελτίωσή της. Το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο της εκκίνησης, είναι η γωνία εισόδου του αθλητή, η οποία θα καθορίσει την υδροδυναμική του θέση, συμβάλλοντας στην επίτευξη της μέγιστης ταχύτητας κατά την είσοδο στο νερό.

 

Μεσσήνης Σπήλιος, Προπονητής Κολύμβησης